Εκπαιδευτικές αποφάσεις – Σχολικό κλίμα και αποτίμηση εκπαιδευτικού διοικητικού έργου
(Μελέτη περίπτωσης ενός σχολείου)
Σύνδεση με τη πρώτη εργασία
Η πρώτη απόπειρα συγγραφής εργασίας ανέδειξε, όσον αφορά σ’ εμένα, βασικές αδυναμίες, κυρίως σε επίπεδο σωστής εννοιολογικής χρήσης της γλώσσας, χρησιμοποίησης συνδετικών γεφυρών, σωστή τοποθέτηση των υποκειμένων, (πολλές φορές μένανε πίσω), ορθογραφικών λαθών κ.λ.π. Σε επίπεδο τεκμηρίωσης, ακόμα και τώρα στο τέλος, η αναζήτηση της ισορροπίας αυτού που ζούμε καθημερινά με το θεωρητικό, το επιθυμητό, αυτό που θα μπορούσε να είναι ή αυτό που θα έπρεπε θα είχε υποχρέωση να είναι, παραμένει ακόμα αγεφύρωτη. Μη ακολουθώντας για μια ακόμη φορά τις διαδικασίες, παραμένοντας ωστόσο στα όρια της νομιμότητας, θα προσπαθήσω να ξαναγράψω τη πρώτη εργασία χωρίς να την υποβάλλω σε κρίση προσθέτοντας στο τίτλο της και την αποτίμηση του εκπαιδευτικού διοικητικού έργου.
Η αντίληψη του Αριστοτέλη ότι οι καθηγητές είναι περισσότερο γεωργοί παρά ξυλουργοί βοηθά σε μια πιο προσεκτική τοποθέτηση του ρόλου του καθηγητή. Το ξύλο δεν μπορεί να γίνει καρέκλα εκτός και αν ο μαραγκός αλλάξει το σχήμα και τη λειτουργία του. Από την άλλη μεριά τώρα, ένας σπόρος καλαμποκιού μπορεί να βλαστήσει χωρίς καμία επέμβαση στο σχήμα και τη λειτουργία του. Η φύση, όχι ο άνθρωπος, μεταμορφώνει το σπόρο σε βλαστάρι ενώ ο άνθρωπος μετατρέπει το ξύλο σε καρέκλα. Αυτό που κάνει ο γεωργός είναι να μεγαλώνει τη πιθανότητα ότι ο σπόρος θα γίνει ότι αυτός είναι προορισμένος να γίνει. Έτσι είναι η σχέση μεταξύ παιδιού και δασκάλου. Το παιδί ενηλικιώνεται χωρίς τον δάσκαλο. Αλλά με άξιους δασκάλους δεσμευμένους με τους μαθητές τους, περισσότερα παιδιά θα γίνουν σωστοί ενήλικες από ότι σε κάθε άλλη περίπτωση. Αυτό που έχει να κάνει η εκπαίδευση είναι να τρέφει και να οδηγεί την ανάπτυξη του παιδιού σε σωστό ενήλικα. καλλιεργώντας την λογική ικανότητα, την ανάλυση και τη σύνθεση, τη διάκριση του σωστού και λάθους, του καλού από το κακό, του όμορφου από το άσχημο του πρακτικού από το μη πρακτικό. (Fenstermacher, 2000).
Εισαγωγή: το πλαίσιο του προβληματισμού
Η διοίκηση των εκπαιδευτικών οργανισμών διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους οργανισμούς γιατί οι παράμετροι που τους καθορίζουν είναι περισσότερο πολύπλοκοι, (σκοποί, αποτελεσματικότητα, επικάλυψη ρόλων). Όσοι μετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία (εκπαιδευτικοί – μαθητές – κοινωνία) συμβάλλουν, σε κάθε χρονική περίοδο, στον καθορισμό των στόχων της εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση είναι θεσμός της κοινωνίας γιατί αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης μηχανισμός κοινωνικής αναπαραγωγής ή μετασχηματισμού του κοινωνικού ιστού, που έχει ταυτόχρονα οικονομική πολιτική και ιδεολογική σημασία χωρίς να είναι μηχανιστική αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής, αλλά συμπύκνωση ευρύτερων κοινωνικών συγκρούσεων και συμφερόντων. Η ιδιομορφία των εκπαιδευτικών οργανισμών δεν τους απαλλάσσει από την «υποχρέωση» να λειτουργούν και να διοικούνται αποτελεσματικά όπως και οι υπόλοιποι οργανισμοί. Η αποτελεσματικότητα της διοίκησής τους επηρεάζει, όπως και σε κάθε άλλο οργανισμό, τη λειτουργία και την ανάπτυξή τους. (Κουτούζης, 1999).
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να αναγνωρίσει τον τρόπο με τον οποίο αποφάσεις παίρνονται από διοικητικά στελέχη και πως αυτές οι αποφάσεις αν δεν είναι ορθολογιστικές μπορούν να επιδράσουν στις εκπαιδευτικές μονάδες με συγκρουσιακό τρόπο. Ακόμα θα προσπαθήσει να καταδείξει την αρνητική επίδραση στη σχολική διαδικασία του «τεχνικού αποκλεισμού» των κοινωνικών φορέων με το επιχείρημα της «σκόπιμης συμμετοχής». Τέλος την αναγκαιότητα να επανδρωθεί διοικητικά η εκπαίδευση με στελέχη ικανά και καταρτισμένα στην επιστήμη της διοίκησης και των διανθρώπινων σχέσεων, έτοιμα να διοικήσουν στη λογική που θέλει τους μαθητές να προσέρχονται στο σχολείο έτοιμοι να μάθουν και τους φοιτητές να αφήνουν το πανεπιστήμιο έτοιμοι να αναζητήσουν επαγγελματική αποκατάσταση, παράλληλα με τη συνειδητοποίηση των εκπαιδευτικών ότι το «όραμα» της παιδείας δεν είναι ατομική αναζήτηση αλλά συλλογικός αγώνας και αντιπαράθεση αυτών που μάχονται για την καλυτέρευσή της και αυτών που είτε δεν ενδιαφέρονται είτε βολεύονται με την παρούσα κατάσταση.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ του τι μπορούμε να κάνουμε και του τι θα οφείλαμε να ελπίζουμε. Μεταξύ του τι είναι πραγματικό στο βασίλειο της πιθανότητας, από τη μια μεριά, και του τι είναι ιδανικό και αδύνατο από την άλλη. Αυτό που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση είναι το ανακάτεμα των στόχων με τα ιδανικά. Στο ταξίδι για την επίτευξη των στόχων, τα ιδανικά προσφέρουν την μέθοδο πλοήγησης τον τρόπο που θα μας βάλουν στην σωστή κατεύθυνση και θα μας οδηγήσουν στον στόχο. Είναι επινοήσεις που συμβάλλουν στον καθορισμό προσανατολισμού, προσφέρουν σε μας μια αίσθηση κατεύθυνσης, οδηγούν το ταξίδι στον προορισμόֹ αλλά δεν είναι ο προορισμός, δεν είναι αντικειμενικοί στόχοι ή επιδιώξεις. Αυτή η σύγχυση έχει άντρο στην επικράτεια όπου η εκπαίδευση και η πολιτική διατέμνονται και φαίνεται σαν «ύβρις» που ταλανίζει την εκπαίδευση στην εποχή μας. (Fenstermacher, ό.π.).
Αποτέλεσμα αυτής της σύγχυσης, εξαγγελίες του τύπου «παιδεία για όλους τους Έλληνες», αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, αξιολόγηση, όταν τίθενται από όργανα νομοθετικά και διοικητικά δεν έχουν καμία πρακτική αξία και σταδιακά πέφτουν σε αχρηστία, αν ποτέ κάποια από αυτές έχει την τύχη να εφαρμοστεί έστω και μερικώς. Δεν μπορούν να έχουν καμιά τύχη αν πρώτα δεν γίνουν έρευνες για να αποτιμηθεί η σημερινή κατάσταση στην εκπαίδευση και στην διοικητική πρακτική. Καταφέρνουν όμως και περνούν την άποψη ότι οι καθηγητές είναι υπεύθυνοι διότι δεν είναι «έτοιμοι» να διδάξουν και να εφαρμόσουν τις αλλαγές και όχι το πλαίσιο: εκπαιδευτική πολιτική, διοικητική πρακτική που τους επιβάλλεται.
Εκπαιδευτικές Αποφάσεις